tolerant

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

tolerant (en)

  1. ανεκτικός (σε λάθη, παραλείψεις, άλλες απόψεις)
  2. ανθεκτικός (που έχει την ικανότητα να αντέχει σε δύσκολες συνθήκες)



Ρουμανικά (ro) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

tolerant (ro)

  1. ανεκτικός