Μετάβαση στο περιεχόμενο

touristique

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Επίθετο

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
touristique touristiques

touristique (fr) αρσενικό ή θηλυκό