treatable
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| παραθετικά | |
| θετικός | treatable |
| συγκριτικός | more treatable |
| υπερθετικός | most treatable |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]treatable (en)
- αντιμετωπίσιμος, θεραπεύσιμος
Mental health conditions are treatable.
- Οι καταστάσεις ψυχικής υγείας είναι θεραπεύσιμες.