trekken

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ολλανδικά (nl) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

trekken 

Ρήμα[επεξεργασία]

trekken (nl) (αόρ. : trok, παθ. μτχ. : getrokken)