Μετάβαση στο περιεχόμενο

trink-

Από Βικιλεξικό

Εσπεράντο (eo)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
trink- < γερμανική trinken, αγγλική drink, ...

trink- (eo)

  • ρίζα λέξεων που σχετίζονται με την έννοια: ποτό

Παράγωγα

[επεξεργασία]