trotte

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
trotte trottes

trotte (fr) θηλυκό

  • (οικείο) αρκετά μεγάλη απόσταση δρόμου για να την περπατήσει κανείς
ça fait une trotte - είναι αρκετός δρόμος