tun

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

tun 

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

tun (de)

  • κάνω
    er hat damit nichts zu tun - δεν έχει να κάνει τίποτα μ' αυτό / δεν έχει καμία σχέση μ' αυτό

Συνώνυμα[επεξεργασία]