tytuł
Εμφάνιση
Πολωνικά (pl)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]tytuł (pl) αρσενικό
- ο τίτλος
Συγγενικά
[επεξεργασία]Σύνθετα
[επεξεργασία]Εκφράσεις
[επεξεργασία]- pod tytułem: υπό τον τίτλο, με τον τίτλο, τιτλοφορημένος