ungo

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Εσπεράντο (eo)[επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ungo (eo)

  1. το νύχι

Λατινικά (la) [επεξεργασία]

Ρήμα[επεξεργασία]

ungo (la)

  1. χρίζω