ungreased

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

ungreased (en)

  1. αλίπαντος

Ρήμα[επεξεργασία]

ungreased (en)

  1. Simple past tense και past participle του ungrease