useful
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| παραθετικά | |
| θετικός | useful |
| συγκριτικός | more useful |
| υπερθετικός | most useful |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]useful (en)
- χρήσιμος
His advice proved useful.
- Οι συμβουλές του αποδείχτηκαν χρήσιμες.