Μετάβαση στο περιεχόμενο

végétalisation

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
végétalisation végétalisations

végétalisation (fr) θηλυκό