Μετάβαση στο περιεχόμενο

vape

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας vape
γ΄ ενικό ενεστώτα vapes
αόριστος vaped
παθητική μετοχή vaped
ενεργητική μετοχή vaping

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
vape < vapour / vaporize

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /veɪp/

vape (en)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

vape (en)

Σημειώσεις

[επεξεργασία]

Η λέξη αναδείχθηκε λέξη της χρονιάς (2014) από το λεξικό της Οξφόρδης