vechten

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ολλανδικά (nl) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

vechten 

Ρήμα[επεξεργασία]

vechten (nl) (αόρ. : vocht, παθ. μτχ. : gevochten)