vicarious

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

vicarious (en)

  • βιωμένος μέσο άλλου, έμμεσος, μέσω άλλου