visiteur
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| visiteur | visiteurs |
visiteur (fr) αρσενικό
- ο επισκέπτης, ο μουσαφίρης
| ενικός | πληθυντικός |
| visiteur | visiteurs |
visiteur (fr) αρσενικό