Μετάβαση στο περιεχόμενο

vocalique

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
vocalique < (μαρτυρείται από το 1872) vocal + -ique

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /vɔ.kaˈlik/
τυπογραφικός συλλαβισμός: vocalique

Επίθετο

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
vocalique vocaliques

vocalique (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. φωνολογικός
  2. φωνηεντικός

Σύνθετα

[επεξεργασία]