Μετάβαση στο περιεχόμενο

voire

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
voire < λατινική vera.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /vwaʁ/
τυπογραφικός συλλαβισμός: voire
ομόηχο: voir

Επίρρημα

[επεξεργασία]

voire (fr)

  1. και μάλιστα, και ίσως ακόμη και, και επίσης
    παράδειγμα C'est vieilli, voire obsolète.
         Είναι απηρχαιωμένο, και μάλιστα δεν χρησιμοποιείται πια.
  2. (παρωχημένο ή ειρωνικό) σώπα! (έκφραση έκπληξης και αμφιβολίας)
    παράδειγμα Les clients de nos concurrents finissent toujours par venir chez nous. - Voire.
         Οι πελάτες των ανταγωνιστών μας, στο τέλος, έρχονται πάντα σε μας. - Σώωπα!