volatility

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

volatility (en)

  1. η πτητικότητα
  2. η ικανότητα για πτήση
  3. ψυχολογική αστάθεια
  4. το να είναι κανείς απρόβλεπτος
  5. η οικονομική αβεβαιότητα, αστάθεια