whim

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: whip, wit

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

whim (en)

  • το καπρίτσιο
    • καπρίτσιο της στιγμής, στιγμιαία-ξαφνική-παροδική επιθυμία