whip

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: whim, wit

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

whip

  1. το μαστίγιο
     συνώνυμα: μαστίγιο
  2. (πολιτική, αγγλοσαξονικός κόσμος, Κοινοπολιτεία) ο υπεύθυνος κόμματος για την τήρηση της κομματικής πειθαρχίας κατά την ψήφιση νόμων
    • (Βρετανία) το ενημερωτικό γράμμα που στέλνει ο υπεύθυνος πειθαρχίας στους βουλευτές
    take the whip
    surrender the whip : παραιτήθηκα από το κόμμα
    my whip has been removed : διαγράφτηκα από το κόμμα