whip

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης : whim, wit

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

whip

  1. το μαστίγιο
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: μαστίγιο
  2. (πολιτική, αγγλοσαξονικός κόσμος, Κοινοπολιτεία) ο υπεύθυνος κόμματος για την τήρηση της κομματικής πειθαρχίας κατά την ψήφιση νόμων
    • (Βρετανία) το ενημερωτικό γράμμα που στέλνει ο υπεύθυνος πειθαρχίας στους βουλευτές
    take the whip
    surrender the whip : παραιτήθηκα από το κόμμα
    my whip has been removed : διαγράφτηκα από το κόμμα