Μετάβαση στο περιεχόμενο

whimsy

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

whimsy (en)

  1. φαντασία με παιχνιδιάρικη διάθεση
  2. σπιρτόζικο και συνήθως χιουμοριστικό παιχνίδισμα
    έξυπνη ή νοητική τσαχπινιά
  3. συμπεριφορική ακράτεια, καπρίτσιο, αναίτια δράση ή παράδοξος χαρακτήρας
  4. και whim (en): εργάτης-βαρούλκο-βίντσι μεταλλεύματος