Μετάβαση στο περιεχόμενο

wisdom

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

wisdom (en) (μη μετρήσιμο)

  1. η σοφία
    παράδειγμα  Folk wisdom is reflected in many various proverbs.
    Σε διάφορες παροιμίες αποτυπώνεται η λαϊκή σοφία.
  2. πόσο σοφό κάτι είναι
    παράδειγμα  At times I question the wisdom of that decision.
    Κάποιες φορές αναρωτιέμαι αν ήταν σοφή απόφαση.