Μετάβαση στο περιεχόμενο

world

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
world worlds

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

world (en)

  1. (μόνο ενικός) ο κόσμος, παγκόσμιος, η γη, με όλες τις χώρες, τους λαούς και τα φυσικά της χαρακτηριστικά
    παράδειγμα  on the other side of the world/halfway across the world - στην άλλη άκρη του κόσμου
    παράδειγμα  We have a large world map on our classroom.
    Έχουμε μεγάλο παγκόσμιο χάρτη στην τάξη μας.
  2. (μόνο ενικός, σε σύνθετα) παγκόσμιος, ένα από τα πιο σημαντικά πράγματα του είδους τους στον κόσμο
    παράδειγμα  a world record - παγκόσμιο ρέκορ
    παράδειγμα  a world power - παγκόσμια δύναμη
  3. ο κόσμος, ένα συγκεκριμένο μέρος της γης· μια συγκεκριμένη ομάδα χωρών ή ανθρώπων· μια συγκεκριμένη περίοδο της ιστορίας και τους ανθρώπους αυτής της περιόδου
    παράδειγμα  the western world - ο δυτικός κόσμος
    παράδειγμα  the modern/ancient world - ο σύγχρονος/αρχαίος κόσμος
  4. (μόνο ενικός) ο κόσμος, η κοινωνία μας και τον τρόπο που ζουν και συμπεριφέρονται οι άνθρωποι· οι άνθρωποι στον κόσμο
    παράδειγμα  All the world knows it.
    Όλος ο κόσμος το ξέρει.
    παράδειγμα  They worked towards building a better world.
    Εργάστηκαν για το χτίσιμο ενός καλύτερου κόσμου.
  5. ο κόσμος, ένα περιβάλλον που φαντάζεται ή δημιουργείται για παράδειγμα σε ένα βιντεοπαιχνίδι
    παράδειγμα  His mind wandered fantastically, creating worlds filled with magic and adventure.
    Το μυαλό του ταξίδευε φανταστικά, δημιουργώντας κόσμους γεμάτους μαγεία και περιπέτεια.
  6. ο κόσμος, ένα πλανήτης
    παράδειγμα  Besides our own world there are other worlds.
    Εκτός από το δικό μας κόσμο υπάρχουν και άλλοι κόσμοι.