wróg

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /vruk/
wróg 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

wróg (pl) αρσενικό

  1. εχθρός
    • czy pani mąż miał jakichś wrogów? - μήπως είχε ο αντρας σας κάποιους εχθρούς;
    • piętnastu naszych żołnierzy dostało się w ręce wroga - δεκαπέντε στρατιώτες μας πιάστηκαν από τον εχθρό

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]