zefiro

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ιταλικά (it) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

zefiro < αρχαία ελληνική ζέφυρος

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

zefiro (it) αρσενικό

  1. ζέφυρος
  2. αύρα