zoeken

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ολλανδικά (nl) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

zoeken 

Ρήμα[επεξεργασία]

zoeken (nl) (αόρ. : zocht, παθ. μτχ. : gezocht)