αβανγκάρντ
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
Ετυμολογία
- αβανγκάρντ < γαλλική avant-garde
Ουσιαστικό
αβανγκάρντ θηλυκό
- πρωτοπορία, συνηθέστερα για ρεύματα στην τέχνη, κυριολεκτικά εμπροσθοφυλακή