πρωτοπορία
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | πρωτοπορία | πρωτοπορίες |
| γενική | πρωτοπορίας | πρωτοποριών |
| αιτιατική | πρωτοπορία | πρωτοπορίες |
| κλητική | πρωτοπορία | πρωτοπορίες |
[
]
Ετυμολογία
- πρωτοπορία < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Ουσιαστικό
πρωτοπορία θηλυκό
- το σύνολο αυτών που πηγαίνουν μπροστά, που οδηγούν τις εξελίξεις και ανοίγουν νέους δρόμους στην τέχνη, την επιστήμη κ.α.
[
]
Μεταφράσεις
πρωτοπορία