αβαντάζ
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
Ετυμολογία
- αβαντάζ < γαλλική avantage
Προφορά
- ΔΦΑ : /a.va.ˈntaz/
Ουσιαστικό
αβαντάζ ουδέτερο άκλιτο
- έναντι των υπολοίπων συναδέλφων είχε το αβαντάζ των πολλών γνωριμιών