ακυρώνω
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- ακυρώνω < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Ρήμα
ακυρώνω
- κάνω κάτι άκυρο, ώστε να μην ισχύει πια
- το δικαστήριο ακύρωσε το συμβόλαιο λόγω απάτης
- αποφασίζω να μην πραγματοποιηθεί κάτι που προγραμματίστηκε για το μέλλον
- ακύρωσε την επίσκεψη στη γειτονική χώρα ο υπουργός εξωτερικών
- περνάω (εισιτήριο) από ειδικό μηχάνημα που εκτυπώνει ημερομηνία και ώρα χρήσης πάνω του, ώστε να μην μπορέσω να το ξαναχρησιμοποιήσω άλλη φορά