αποσπώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αποσπώ < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

αποσπώ, παθητικό: αποσπώμαι, παθητική μετοχή: αποσπασμένος

  1. αποκόπτω, αποχωρίζω
  2. παίρνω κάτι από κάποιον τραβώντας το ή με τη χρήση πειθούς
    με τις κολακείες κατάφερε να του αποσπάσει ένα μεγάλο ποσό
  3. τραβώ την προσοχή κάποιου αναγκάζοντάς τον να διακόψει αυτό που έκανε
    έρχεται συνέχεια και με αποσπά
    μη μου αποσπάς την προσοχή
  4. μετακινώ έναν υπάλληλο προσωρινά σε άλλη θέση που δεν είναι η οργανική του
    έκανα αίτηση να με αποσπάσουν στα κεντρικά

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]