αύριο
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- αύριο < αρχαία ελληνική αὔριον
[
]
Επίρρημα
αύριο
- (χρονικό) κατά τη διάρκεια της μέρας που έρχεται μετά από τη σημερινή
- (χρονικό) κατά το προσεχές μέλλον
[
]
Ουσιαστικό
αύριο ουδέτερο άκλιτο (αύριον)
- Ποιος ξέρει τι μας επιφυλάσσει το αύριο;
[
]
| προχθές | χθες | σήμερα | αύριο | μεθαύριο |
[
]
Μεταφράσεις
επίρρημα
ουσιαστικό