βιδώνω
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
[
]
Ρήμα
βιδώνω, παρατ.: βίδωνα, στιγμ. μέλλ.: θα βιδώσω, αόρ.: βίδωσα , παθ.φωνή: βιδώνομαι , μτχ.π.π.: βιδωμένος
- περιστρέφω μια βίδα ώστε να εισχωρήσει σε ειδική θέση ή σε υλικό και να στερεώσει κάτι
- στερεώνω κάτι με βίδα
[
]
Αντώνυμα
[
] Εκφράσεις
- μου τη βιδώνει: με εκνευρίζει, με κάνει έξαλλο
- μου τη βίδωσε όταν άκουσα τέτοιες ανοησίες