βιδώνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

βιδώνω < βίδα + -ωνω

Open book 01.svg Ρήμα[]

βιδώνω, παρατ.: βίδωνα, στιγμ. μέλλ.: θα βιδώσω, αόρ.: βίδωσα , παθ.φωνή: βιδώνομαι , μτχ.π.π.: βιδωμένος

  1. περιστρέφω μια βίδα ώστε να εισχωρήσει σε ειδική θέση ή σε υλικό και να στερεώσει κάτι
  2. στερεώνω κάτι με βίδα

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[]

Εκφράσεις[]

μου τη βίδωσε όταν άκουσα τέτοιες ανοησίες

Plume ombre.png Κλίση[]


32πχ Μεταφράσεις[]