βίδα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
Ουσιαστικό [
]
βίδα
- αντικείμενο παρόμοιο με καρφί, με σπείρωμα, που χρησιμεύει στη σύνδεση δύο τμημάτων ενός μηχανισμού ή στερέωση αντικειμένων σε σταθερή επιφάνεια
- (μεταφορικά) λόξα
Εκφράσεις [
]
- τον κάνω βίδες:
- → βλέπε έκφραση: σπάω στο ξύλο
- δείχνω στον άλλο ότι δεν κατέχει ένα θέμα τόσο καλά όσο εγώ
- του έστριψε η βίδα: τρελάθηκε