βίδα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

βίδα < βενετική vida < λατινική vitis, κλήμα, αμπελόκλημα
μεταλλικές βίδες διαφόρων τύπων και μεγεθών

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

βίδα

  1. (τεχνολογία), (μηχανολογία): μηχανικό εξάρτημα με σπείρωμα, που χρησιμεύει στη σύνδεση τμημάτων ενός μηχανισμού ή στερέωση αντικειμένων σε σταθερή επιφάνεια
  2. (μεταφορικά) λόξα

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]

Εκφράσεις[]

  • τον κάνω βίδες:
    • βλέπε έκφραση: σπάω στο ξύλο
    • δείχνω στον άλλο ότι δεν κατέχει ένα θέμα τόσο καλά όσο εγώ
  • του έστριψε η βίδα: τρελάθηκε


32πχ Μεταφράσεις[]