διαφημίζω
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- διαφημίζω < ελληνιστική κοινή διαφημίζω
[
]
Ρήμα
διαφημίζω
- ανακοινώνω ή γνωστοποιώ ένα προϊόν ή μια υπηρεσία σε ευρύ κοινό με τρόπο ελκυστικό, ώστε οι παραλήπτες του μηνύματός μου να ενδιαφέρονται για την κατανάλωση ή τη χρήση της
- (μεταφορικά) μιλάω συχνά για τα θετικά ενός πράγματος η προσώπου, τον προωθώ συνεχώς