διπλασιάζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

διπλασιάζω < αρχαία ελληνική διπλασιάζω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ði.pla.si.ˈa.zɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

διπλασιάζω, παρατ.: διπλασίαζα, στιγμ. μέλλ.: θα διπλασιάσω, αόρ.: διπλασίασα , παθ.φωνή: διπλασιάζομαι , μτχ.π.π.: διπλασιασμένος

  • αυξάνω κάτι ώστε να γίνει μεγαλύτερο ή περισσότερο κατά δύο φορές, το κάνω διπλάσιο
διπλασίασε τα κέρδη του με αυτή την επένδυση

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]


Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

διπλασιάζω < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

διπλασιάζω

  1. ίδιος ορισμός με τη νέα ελληνική