διπλασιάζω
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- διπλασιάζω < αρχαία ελληνική διπλασιάζω
Ρήμα [
]
διπλασιάζω, παρατ.: διπλασίαζα, στιγμ. μέλλ.: θα διπλασιάσω, αόρ.: διπλασίασα , παθ.φωνή: διπλασιάζομαι , μτχ.π.π.: διπλασιασμένος
- διπλασίασε τα κέρδη του με αυτή την επένδυση
[
]
Μεταφράσεις [
]
Αρχαία ελληνικά (grc) [
]
Ετυμολογία [
]
- διπλασιάζω < → Η ετυμολογία λείπει.
Ρήμα [
]
διπλασιάζω
- ίδιος ορισμός με τη νέα ελληνική