διπλασιάζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

διπλασιάζω < αρχαία ελληνική διπλασιάζω

Open book 01.svg Ρήμα []

διπλασιάζω, παρατ.: διπλασίαζα, στιγμ. μέλλ.: θα διπλασιάσω, αόρ.: διπλασίασα , παθ.φωνή: διπλασιάζομαι , μτχ.π.π.: διπλασιασμένος

  • αυξάνω κάτι ώστε να γίνει μεγαλύτερο ή περισσότερο κατά δύο φορές, το κάνω διπλάσιο
διπλασίασε τα κέρδη του με αυτή την επένδυση

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις []

32πχ Μεταφράσεις []



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

διπλασιάζω < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ρήμα []

διπλασιάζω

  1. ίδιος ορισμός με τη νέα ελληνική