εισαγωγικά
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
εισαγωγικά < εισαγωγικός
Ουσιαστικό [
]
εισαγωγικά ουδέτερο μόνο στον πληθυντικό
- σημείο στίξης (« »)· ανάμεσα σε εισαγωγικά μπαίνει τμήμα κειμένου που αποδίδει ακριβώς τα λόγια ενός προσώπου ή τμήμα κειμένου άλλου συγγραφέα ή λέξη που χρησιμοποιείται μη κυριολεκτικά ή ειρωνικά
Μεταφράσεις [
]
εισαγωγικά
Επίρρημα [
]
εισαγωγικά
Κλιτή μορφή επιθέτου [
]
εισαγωγικά
- εισαγωγικό, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του πληθυντικού