|
απρόσωπες εγκλίσεις
|
| απαρέμφατο (αόριστος) |
καλαφατίσει
|
| μετοχή (ενεστώτας) |
καλαφατίζοντας
|
|
προσωπικές εγκλίσεις
|
| πρόσωπο |
ενικός |
πληθυντικός |
| πρώτο |
δεύτερο |
τρίτο |
πρώτο |
δεύτερο |
τρίτο |
| οριστική |
εγώ |
εσύ |
αυτός |
εμείς |
εσείς |
αυτοί |
μονολεκτικοί
χρόνοι |
ενεστώτας |
καλαφατίζω |
καλαφατίζεις |
καλαφατίζει |
καλαφατίζουμε |
καλαφατίζετε |
καλαφατίζουν |
| παρατατικός |
καλαφάτιζα |
καλαφάτιζες |
καλαφάτιζε |
καλαφατίζαμε |
καλαφατίζατε |
καλαφάτιζαν |
| αόριστος |
καλαφάτισα |
καλαφάτισες |
καλαφάτισε |
καλαφατίσαμε |
καλαφατίσατε |
καλαφάτισαν |
περιφραστικοί
χρόνοι |
εξακολουθητικός
μέλλοντας |
θα καλαφατίζω |
θα καλαφατίζεις |
θα καλαφατίζει |
θα καλαφατίζουμε |
θα καλαφατίζετε |
θα καλαφατίζουν |
στιγμιαίος
μέλλοντας |
θα καλαφατίσω |
θα καλαφατίσεις |
θα καλαφατίσει |
θα καλαφατίσουμε |
θα καλαφατίσετε |
θα καλαφατίσουν |
| παρακείμενος α' |
έχω καλαφατίσει |
έχεις καλαφατίσει |
έχει καλαφατίσει |
έχουμε καλαφατίσει |
έχετε καλαφατίσει |
έχουν καλαφατίσει |
| παρακείμενος β' |
έχω καλαφατισμένο |
έχεις καλαφατισμένο |
έχει καλαφατισμένο |
έχο(υ)με καλαφατισμένο |
έχετε καλαφατισμένο |
έχουν(ε) καλαφατισμένο |
| υπερσυντέλικος α' |
είχα καλαφατίσει |
είχες καλαφατίσει |
είχε καλαφατίσει |
είχαμε καλαφατίσει |
είχατε καλαφατίσει |
είχαν καλαφατίσει |
| υπερσυντέλικος β' |
είχα καλαφατισμένο |
είχες καλαφατισμένο |
είχε καλαφατισμένο |
είχαμε καλαφατισμένο |
είχατε καλαφατισμένο |
είχαν(ε) καλαφατισμένο |
συντελεσμένος
μέλλοντας α' |
θα έχω καλαφατίσει |
θα έχεις καλαφατίσει |
θα έχει καλαφατίσει |
θα έχουμε καλαφατίσει |
θα έχετε καλαφατίσει |
θα έχουν καλαφατίσει |
συντελεσμένος
μέλλοντας β' |
θα έχω καλαφατισμένο |
θα έχεις καλαφατισμένο |
θα έχει καλαφατισμένο |
θα έχο(υ)με καλαφατισμένο |
θα έχετε καλαφατισμένο |
θα έχουν(ε) καλαφατισμένο |
| υποτακτική |
εγώ |
εσύ |
αυτός |
εμείς |
εσείς |
αυτοί |
περιφραστικοί
χρόνοι |
ενεστώτας |
να καλαφατίζω |
να καλαφατίζεις |
να καλαφατίζει |
να καλαφατίζουμε |
να καλαφατίζετε |
να καλαφατίζουν |
| αόριστος |
να καλαφατίσω |
να καλαφατίσεις |
να καλαφατίσει |
να καλαφατίσουμε |
να καλαφατίσετε |
να καλαφατίσουν |
| παρακείμενος α' |
να έχω καλαφατίσει |
να έχεις καλαφατίσει |
να έχει καλαφατίσει |
να έχουμε καλαφατίσει |
να έχετε καλαφατίσει |
να έχουν καλαφατίσει |
| παρακείμενος β' |
να έχω καλαφατισμένο |
να έχεις καλαφατισμένο |
να έχει καλαφατισμένο |
να έχο(υ)με καλαφατισμένο |
να έχετε καλαφατισμένο |
να έχουν(ε) καλαφατισμένο |
| προστακτική |
- |
(εσύ) |
- |
- |
(εσείς) |
- |
μονολεκτικοί
χρόνοι |
ενεστώτας |
|
καλαφάτιζε |
|
|
καλαφατίζετε |
|
| αόριστος |
|
καλαφάτισε |
|
|
καλαφατίστε |
|
περιφραστικός
χρόνος |
παρακείμενος |
|
έχε καλαφατισμένο |
|
|
έχετε καλαφατισμένο |
|
|