κλειστό
Από Βικιλεξικό
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Κλιτή μορφή επιθέτου
κλειστό
- κλειστός, στην αιτιατική του ενικού
- ουδέτερο του κλειστός, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του ενικού