ματώνω
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
[
]
Ρήμα
ματώνω , παρατ.: μάτωνα, στιγμ. μέλλ.: θα ματώσω, αόρ.: μάτωσα , μτχ.π.π.: ματωμένος
- (μεταβατικό) προκαλώ σε ένα σημείο του σώματος (μικρή) αιμορραγία
- του έδωσε μια κλοτσιά στο γόνατο και του το μάτωσε
- (αμετάβατο) βγάζω (λίγο) αίμα ή λερώνομαι με αίμα
- (αμετάβατο) (μεταφορικά) υποφέρω, βασανίζομαι
[
]
- → δείτε τη λέξη: αίμα