ματώνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ματώνω < αιματώνω < αἱματόω

Open book 01.svg Ρήμα[]

ματώνω , παρατ.: μάτωνα, στιγμ. μέλλ.: θα ματώσω, αόρ.: μάτωσα , μτχ.π.π.: ματωμένος

  1. (μεταβατικό) προκαλώ σε ένα σημείο του σώματος (μικρή) αιμορραγία
    του έδωσε μια κλοτσιά στο γόνατο και του το μάτωσε
  2. (αμετάβατο) βγάζω (λίγο) αίμα ή λερώνομαι με αίμα
  3. (αμετάβατο) (μεταφορικά) υποφέρω, βασανίζομαι

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

δείτε τη λέξη: αίμα

Plume ombre.png Κλίση[]


32πχ Μεταφράσεις[]