μαυρίζω
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- μαυρίζω <
- μαύρο + -ίζω
- από το μαύρου χρώματος σφαιρίδιο που έριχναν στην κάλπη όσοι ήταν αντίθετοι στην εκλογή κάποιου
[
]
Ρήμα
μαυρίζω
- (μεταβατικό) χρωματίζω κάτι, το βάφω μαύρο
- (αμετάβατο) παίρνω μαύρο χρώμα
- (αμετάβατο) (μεταφορικά) η επιδερμίδα μου παίρνει σκούρο χρώμα μετά από κάποια παρουσία στις ακτίνες του ήλιου
- (οικείο) καταψηφίζω (σε εκλογές για εκλογή ατόμων)
[
] Εκφράσεις
- τον μαυρίζω στο ξύλο → βλέπε έκφραση: σπάω στο ξύλο