πρώτων
Από Βικιλεξικό
Ελληνικά (el) [
]
Κλιτή μορφή επιθέτου [
]
πρώτων
- πρώτος, στη γενική του πληθυντικού
- πρώτη, στη γενική του πληθυντικού
- πρώτο, στη γενική του πληθυντικού