πρώτος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : πρῶτος

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός
ονομαστική πρώτος πρώτη πρώτο
γενική πρώτου πρώτης πρώτου
αιτιατική πρώτο πρώτη πρώτο
κλητική πρώτε πρώτη πρώτο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική πρώτοι πρώτες πρώτα
γενική πρώτων πρώτων πρώτων
αιτιατική πρώτους πρώτες πρώτα
κλητική πρώτοι πρώτες πρώτα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

πρώτος < αρχαία ελληνική πρῶτος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ˈpɾɔ.tɔs/ αρσενικό
ΔΦΑ : /ˈpɾɔ.ti/ θηλυκό
ΔΦΑ : /ˈpɾɔ.tɔ/ ουδέτερο

Open book 01.svg Αριθμητικό[]

πρώτος, -η, -ο

  1. (τακτικό αριθμητικό) που αντιστοιχεί στη θέση υπ' αριθμόν ένα, που δεν έχει άλλον πριν από αυτόν
  2. που ηγείται
    πρώτος μεταξύ ίσων
  3. ο καλύτερος
    ήταν ο πρώτος μαθητής στο σχολείο
  4. (οικείο) σε ένδειξη επιδοκιμασίας
    είσαι και ο πρώτος
  5. (μαθηματικά) για αριθμό που δεν έχει άλλους διαιρέτες εκτός από τον εαυτό του και το 1
  6. (θρησκεία) τιμητικός τίτλος που έφερε ο επικεφαλής μιας μοναστικής πολιτείας ή ο προεδρεύων στις αγιορείτικες συνάξεις

Εκφράσεις[]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

32πχ Μεταφράσεις[]