συνήθως
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- συνήθως < → Η ετυμολογία λείπει.
Επίρρημα [
]
συνήθως
- τις περισσότερες φορές (όχι όμως πάντα) (για κάτι που συμβαίνει συχνά ή που συνηθίζεται)
Μεταφράσεις [
]
συνήθως