πάντα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

  1. πάντα (επίρρημα) < μεσαιωνική ελληνική < πάντα < αρχαία ελληνική πᾶς (αιτιατική: πάντα) > διά παντός χρόνου (συνεχώς, όλη την ώρα)
  2. πάντα (θηλυκό ουσιαστικό) < αγγλική panda < από λέξη του Nεπάλ
  3. πάντα (ουδέτερο ουσιαστικό) < ιταλική banda

Open book 01.svg Επίρρημα[]

πάντα χρονικό

  1. πάντοτε, διαρκώς, σε όλη τη διάρκεια του χρόνου
    πάντα οι άνθρωποι ένιωθαν δέος για το άγνωστο
  2. πάντοτε, κάθε φορά, σε κάθε περίπτωση
    να εξετάζετε πάντα την ημερομηνία λήξεως των προϊόντων που αγοράζετε

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]

32πχ Μεταφράσεις[]

Open book 01.svg Ουσιαστικό 1[]

πάντα θηλυκό

  1. η πλευρά

Open book 01.svg Ουσιαστικό 2[]

πάντα ουδέτερο

  1. είδος αρκούδας που ζει στην Κίνα


Open book 01.svg Κλιτή μορφή επιθέτου[]

πάντα