αρκούδα

Από Βικιλεξικό

Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική αρκούδα αρκούδες
Γενική αρκούδας αρκούδων
Αιτιατική αρκούδα αρκούδες
Κλητική αρκούδα αρκούδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

αρκούδα < μεσαιωνική ελληνική ἀρκούδα

Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /aɾ.ˈku.ða/

Open book 01.svg Ουσιαστικό

καφέ αρκούδα
αρκούδα πάντα
πολική αρκούδα

αρκούδα θηλυκό

  1. (ζωολογία) μεγάλο σαρκοβόρο ή/και παμφάγο θηλαστικό με δασύ τρίχωμα, μεγάλο κεφάλι, μικρά αυτιά και γαμψά νύχια. Μπορεί να στέκεται αλλά και να κινείται ακόμη και όρθιο
  2. (συνεκδοχικά) το τομάρι της αρκούδας

Εκφράσεις

Συγγενικές λέξεις

και

Σύνθετα


Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις