γέλιο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική γέλιο γέλια
γενική γέλιου γέλιων
αιτιατική γέλιο γέλια
κλητική γέλιο γέλια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γέλιο < μεσαιωνική ελληνική γέλιον < γελῶ < αρχαία ελληνική γελάω / γελῶ < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *ǵélh₂-, *ǵlh₂-

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈʝɛ.ʎɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γέλιο ουδέτερο

όταν διάβασε την τελευταία παράγραφο του κειμένου, της φαινόταν τόσο παράλογη που ξέσπασε σε γέλια

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • βγήκαν ξινά τα γέλια : για κάτι δυσάρεστο που διαδέχεται μια εύθυμη κατάσταση
  • για γέλια και για κλάματα : για κατάσταση γελοία και τραγική ταυτόχρονα
  • κάνω πολλά γέλια : γελάω πολύ
  • σκάω στα γέλια : γελάω ασυγκράτητα
  • το γέλιο της αρκούδας : πάρα πολύ γέλιο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]