γέλιο
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | γέλιο | γέλια |
| γενική | γέλιου | γέλιων |
| αιτιατική | γέλιο | γέλια |
| κλητική | γέλιο | γέλια |
[
]
Ετυμολογία
- γέλιο < αρχαία ελληνική γελῶ
[
]
Προφορά
[
]
Ουσιαστικό
γέλιο ουδέτερο
- αυθόρμητη ηχηρή έκφραση χαράς ή ευχαρίστησης, αντίδραση σε κάτι αστείο, η οποία παράγεται από γρήγορες κινήσεις του διαφράγματος και των κοιλιακών μυών
- όταν διάβασε την τελευταία παράγραφο του κειμένου, της φαινόταν τόσο παράλογη που ξέσπασε σε γέλια
[
] Εκφράσεις
- βγήκαν ξινά τα γέλια : για κάτι δυσάρεστο που διαδέχεται μια εύθυμη κατάσταση
- για γέλια και για κλάματα : για κατάσταση γελοία και τραγική ταυτόχρονα
- κάνω πολλά γέλια : γελάω πολύ
- σκάω στα γέλια : γελάω ασυγκράτητα
- το γέλιο της αρκούδας : πάρα πολύ γέλιο