laugh

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

laugh < αρχαίο αγγλικό hlæhhan ή hlihhan

Nuvola apps edu languages.png Προφορά []

ΔΦΑ : /lɑːf/
Audio (US) 

Open book 01.svg Ουσιαστικό []

laugh  (en)

Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: laughter

Open book 01.svg Ρήμα []

laugh  (en) , αόρ. και παθ.μτχ.: laughed

  1. γελώ
  2. laugh at: γελώ με κάποιον, περιγελώ