σφύζω
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- σφύζω < αρχαία ελληνική σφύζω
Ρήμα [
]
σφύζω
- πάλλομαι, χτυπώ δυνατά
- (μεταφορικά) είμαι γεμάτος ζωντάνια, ευρωστία
- το χωριό έσφυζε από κίνηση και ζωή
[
]
Μεταφράσεις [
]
σφύζω