σφύζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σφύζω < αρχαία ελληνική σφύζω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

σφύζω

  1. πάλλομαι, χτυπώ δυνατά
  2. (μεταφορικά) είμαι γεμάτος ζωντάνια, ευρωστία
    το χωριό έσφυζε από κίνηση και ζωή

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]